ἀγαλλίς

ἀγαλλίς
Grammatical information: f.; also m. H.
Meaning: dwarf iris, Iris attica (hDem.) On Nic. fr 74, 31 s. DELG.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: No etymology. ἀγαλλίς ὑάκινθος, η θρυαλλὶς, η ἁναγαλλίς. André, Lex., anagallis; Strömberg, Pflanz. 78.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀγαλλίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαλλίς — dwarf iris fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αγαλλίς — (μέσα 3ου – αρχές 2ου αι. π.Χ.).Λογία από την Κέρκυρα, κόρη του Αλεξανδρινού γραμματικού Αγαλλέα ή Αγαλλία. Είναι γνωστή από τις ερμηνευτικές σημειώσεις της στον Όμηρο. Έζησε την ίδια εποχή με τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (257 180 π.Χ.) …   Dictionary of Greek

  • Ἀγαλλίδας — Ἀγαλλίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαλλίδας — ἀγαλλίς dwarf iris fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Agallis — (Gr. polytonic|Ἀγαλλίς, fl. 2nd century BC) of Corcyra was a female grammarian who wrote about Homer, according to Athenaeus. [Athenaeus, Deipnosophistae i. p. 14, d.] Some scholars believe her to have belonged to the hetaerae class. [cite book… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.